ἀτρεκής

ἀτρεκής
ἀτρεκής
a strict, precise, of an Olympic judge

ἀτρεκὴς Ἑλλανοδίκας Αἰτωλὸς ἀνὴρ O. 3.12

b precise, exact

καιρῷ σὺν ἀτρεκεῖ P. 8.7

ψεφεννὸς ἀνὴρ ἄλλοτ' ἄλλα πνέων οὔ ποτ ἀτρεκεῖ κατέβα ποδί N. 3.41

οὔ τοι ἅπασα κερδίων φαίνοισα πρόσωπον ἀλάθεἰ ἀτρεκής (v. l. ἀτρεκές codd. Stobaei, Snell) N. 5.17

Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ατρεκής — ἀτρεκής, ές (Α) Ι. 1. πραγματικός, αληθινός 2. ασφαλής, σταθερός 3. (για πρόσωπα) δίκαιος, αυστηρός 4. (το ουδ.) το ἀτρεκές α) «ατρέκεια», αλήθεια, δικαιοσύνη 6) (ως επίρρ.) ακριβώς, στην πραγματικότητα II. επίρρ. ἀτρεκέως αληθινά, με ειλικρίνεια …   Dictionary of Greek

  • ἀτρεκής — strict masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτρεκῆ — ἀτρεκής strict neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἀτρεκής strict masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἀτρεκής strict masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτρεκέστερον — ἀτρεκής strict adverbial comp ἀτρεκής strict masc acc comp sg ἀτρεκής strict neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτρεκεστέρως — ἀτρεκής strict masc acc comp pl (doric) ἀτρεκής strict comp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτρεκέα — ἀτρεκής strict neut nom/voc/acc pl (epic ionic) ἀτρεκής strict masc/fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτρεκές — ἀτρεκής strict masc/fem voc sg ἀτρεκής strict neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτρεκέστατα — ἀτρεκής strict adverbial superl ἀτρεκής strict neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτρεκέστατον — ἀτρεκής strict masc acc superl sg ἀτρεκής strict neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτρεκεστάτην — ἀτρεκής strict fem acc superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτρεκεστάτου — ἀτρεκής strict masc/neut gen superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”